Λεωσθένους 21-23, 185 36 ΠΕΙΡΑΙΑΣ.
Τηλέφωνο: 210-4286210

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: damker@sch.gr

 
 

Περιεχόμενα

Αρχική Σελίδα
Καταστατικό
Διοικητικό Συμβούλιο
Εκδηλώσεις
Συναντήσεις
Εκδρομές
Ανακοινώσεις
Επιστολές
 

ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΔΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Του Λευτέρη Λαζαρίδη

Γυμνασιάρχη του Γυμνασίου Κερατσινίου

 Εκλεκτοί μας φίλοι, καλησπέρα.

Αν βρισκόμασταν σε μια πιο κλειστή σύναξη, θα παρουσιαζόμουν μπροστά σας με μια γενέθλια τούρτα: «Στη ζωοδότρα γλώσσα μας: με 40 κεριά, 40 αιώνες, 4000 χρόνια ζωής. Τη σύντομη ιστορία της γλώσσας μας δεν την παραθέτουμε για λόγους αρχαιολατρείας, αλλά για τη γνώση, ως ασπίδα αντίστασης σε τωρινούς καιρούς μεθοδικού αφελληνισμού. "Άλλωστε, Γλώσσα είναι οι άνθρωποι, σκέψη και γλώσσα μια ενότητα.

Η διάκριση της Γλώσσας σε ιστορικές περιόδους είναι τεχνητή. Οι γλωσσικές μεταβολές διάρκεσαν δεκάδες ετών και αιώνες. Ανάγκες πρακτικές ή εκπαιδευτικές μας κάνουν να ορίζουμε ιστορικές περιόδους.

Εν αρχή ην, λοιπόν, η Ινδοευρωπαϊκή γιαγιά μας, μια υποθετική πρωτογλώσσα που μιλήθηκε από την ομάδα των λαών τους Ινδοευρωπαίους. Σ' αυτή τη γλωσσική οικογένεια ανήκουν οι διάφορες υποομάδες (Γερμανικές, Ιταλοκελτικές, Βαλτοσλαβικές, Ινδοϊρανικές κ.α.) και μεταξύ αυτών και η «ανάδελφη» Ελληνική.

Γύρω στον 20ο π.χ. αιώνα αρχίζουν οι μετακινήσεις των Ελλήνων που κατεβαίνουν στη χώρα αυτή (που θα ονομαστεί αργότερα Ελλάδα), σε 3 κύματα: Πρώτοι οι Ίωνες, έπειτα οι Αιολοαχαιοί, και τελευταίοι οι Δωριείς το 12ο αι. Εδώ, βρίσκουν λαούς που κατοικούν ήδη, οι οποίοι εκπροσωπούνται αρχαιολογικά από τα μνημεία του κρητομινωϊκού πολιτισμού. Από τη γλώσσα αυτών των Προελλήνων ήταν φυσικό οι Έλληνες να δανειστούν λέξεις, αρκετές από τις οποίες διατηρούνται ως τις μέρες μας: τοπωνύμια (Ζάκυνθος, Κόρινθος, Παρνασσός, Όλυμπος κ.α.) ονόματα φυτών (υάκινθος, κυπάρισσος, άνηθο, σέλινο, φακή κ.α.), ονόματα ψαριών (σαργός, σπάρος) και άλλες λέξεις θάλασσα, Βασιλεύς, τύραννος, κιθάρα κλπ.)

Αλλά η ιστορική περίοδος κάθε γλώσσας αρχίζει από τα γραπτά μνημεία της. Ως πριν λίγα χρόνια, η αρχή της ιστορίας της Ε.Γ. εθεωρείτο ο 8ος αι. βάσει της αρχαιότερης ελληνικής επιγραφής του Δίπυλου στον Κεραμεικό και τα έπη του Ομήρου. Όμως το 1953 ο Άγγλος αρχιτέκτονας Βέντρις, με τη βοήθεια του φίλου του ελληνιστή Τσάντγουικ («Evidence for Greek dialect in the Mycenean archives»} πραγματοποιεί ένα τεράστιας αξίας δύσκολο κατόρθωμα: αποκρυπτογράφησε και διάβασε τις πήλινες πινακίδες από την Κνωσσό, την Πύλο, τις Μυκήνες και τη Θήβα και έτσι αποκάλυψε τη Γραμμική Β' ελληνική γραφή, μεταθέτοντας τα ιστορικά όρια στο 1200 και 1400 π.χ. Η καταστροφική πυρκαγιά και οι παμφάγες φλόγες, που μετέτρεψαν σε στάχτη τα ανάκτορα αυτά, είχαν και ένα θετικό αποτέλεσμα: έψησαν τις χιλιάδες ενεπίγραφες πινακίδες και τις μετέτρεψαν σε γραπτά μνημεία, «κτήμα ες αεί» της αρχαιότερης ως σήμερα γραφής της Ε.Γ.

Τι περιέχουν; Όχι λογοτεχνικά κείμενα αλλά λογιστικά, σχετικά με την παραγωγή και τις δαπάνες του βασιλείου, κάτι σαν τα στατιστικά του υπουργείου Εμπορίου. Αυτές οι πινακίδες καταγράφονται από ειδικευμένους γραφείς, αξιωματούχους των ανακτόρων. Στη συνέχεια, τοποθετούνται στον ήλιο να στεγνώσουν, τακτοποιούνται σε καλάθια και μεταφέρονται σε χώρους αποθήκευσης - κάτι σαν τα αρχεία της Εφορίας, σε ειδικό ράφι και με ετικέτα απ' έξω. Γλώσσα των επιγραφών αυτών είναι η Ελληνική, πολλά στοιχεία της οποίας συναντούμε αργότερα στα Ομηρικά κείμενα και στις Ελλ. διαλέκτους.

Βασικός λόγος κατάτμησης μιας γλώσσας σε διαλέκτους είναι η χαλάρωση των επαφών ανάμεσα σε μέλη μιας ομόγλωσσης κοινότητας. Λόγοι ιστορικοί (αποικισμοί, μεταναστεύσεις, βίαιες μετακινήσεις πληθυσμών) και γεωγραφικοί (ψηλά βουνά εμποδίζουν την επικοινωνία και άρα ευνοούν τη διαλεκτική διαφοροποίηση. Αυτοί οι λόγοι επέδρασαν και στην περίπτωση διαίρεσης της κάποτε ενιαίας σχετικώς μορφής της Ελληνικής (προϊστορική Κοινή) σε διαλέκτους, αλλά και επιπλέον η αντίληψη της πολιτικής και διοικητικής αυτοτέλειας της πόλης -κράτους.

Οι αρχαίες Ελλ. διάλεκτοι χωρίζονται (με συμβατική ταξινόμηση) σε Δυτικές (βορειοδυτικές, δωρική, αργολική Δωδεκανησιακή, Κορινθιακή..) και Ανατολικές (Ιωνική - Αττική, Αιολική κλπ). Παρά τις διαφορές τους, δεν εμπόδιζαν την μεταξύ των, Ελλήνων κατανόηση και συνεννόηση, διότι υπήρχε η βαθιά εθνική συνείδηση με το «όμαιμον» και το «ομόθρησκον».

Τις αρχαίες Ελληνικές διαλέκτους γνωρίζουμε κυρίως από τα λογοτεχνικά κείμενα. Τα Ομηρικά έπη δεν ανήκουν σε καμιά διάλεκτο, έχουν αστικά Ιωνικά και Αιολικά στοιχεία, είναι γλώσσα τεχνητή που δεν μιλήθηκε ποτέ και πουθενά. Τα αιολικά γνωρίζουμε από τα έργα της Λυρικής ποίησης του 7ου αι., τα δωρικά από τη χορική ποίηση της ίδιας εποχής, τα Ιωνικά από τον πεζό διηγηματικό και επιστημονικό λόγο του 6ου αι. (π.χ. Ηρόδοτος και Ιπποκράτης), όμως τη μερίδα του λέοντος στο γραπτό λόγο κατέχει η Αττική διάλεκτος, που φτάνει σε ασύγκριτη ακριβολογία και σε τέλεια κυριαρχία στα εκφραστικά μέσα (Θουκυδίδης, φιλοσοφικά έργα, ρητορικά κείμενα, τραγωδία και κωμωδία κλπ.)

Η ανάπτυξη της Αθήνας μετά τους περσικούς πολέμους και η ανάδειξη της σε πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο με πανελλήνιο κύρος, επέτρεψε να εκβληθεί η αττική διάλεκτος σε όλες τις Ελληνόφωνες περιοχές. Αποφασιστικής σημασίας γεγονός υπήρξε η επισημοποίηση της, κατά τον 5ο αϊ, στη Μακεδονία, όπου μιλούσαν μια τοπική διάλεκτο συγγενική με τη Δωρική και Θεσσαλική.

Κι έτσι φτάνουμε στο επόμενο ιστορικό 6ήμα. Ο μέγας Αλέξανδρος με τις κατακτήσεις του ιδρύει μια τεράστια αυτοκρατορία, από την Ελλάδα ως τα σύνορα της Ινδίας και την πολυάνθρωπη Αίγυπτο. Όλοι αυτοί οι πληθυσμοί, που ανήκουν σε πολύ διαφορετικές φυλές και γλώσσες, χρησιμοποιούν στο εξής την ελληνική Αττική διάλεκτο («Ελληνίζουν») στη διοίκηση, στη λογοτεχνία, στις συναλλαγές στην καθημερινή επικοινωνία. Όμως έτσι η Αττική συνεχώς εξελίσσεται αλλά και αλλοιώνεται, επειδή χρησιμοποιείται από ανθρώπους που δεν την μιλούσαν ως μητρική. Αυτή, λοιπόν, η αλλοιωμένη Αττική, διάλεκτος ονομάστηκε Κοινή, δηλαδή κοινόχρηστη, και από μας πιο επίσημα «Αλεξανδρινή Ελληνιστική» γλώσσα. Η χρονική περίοδος που καλύπτει είναι από το 323 π.Χ. έως το 395 ή 550 μ.Χ. και παραμέρισε όλες τις άλλες διαλέκτους.

Στην Κοινή Αλεξανδρινή εγράφτηκε η Ιστορία του Πολύβιου, έγινε μετάφραση της Π. Διαθήκης, γράφτηκε η Καινή Διαθήκη που απηχεί την προφορική γλώσσα της εποχής, αλλά και επιστολές ή έγγραφα σε μη φιλολογικούς παπύρους με ιδιωτικού περιεχομένου κείμενα.

Όμως κατά το τέλος του 1ου αι. εμφανίζονται κάποιοι καλλιεργημένοι συγγραφείς, γραμματικοί και ρητοροδιδάσκαλοι, οι οποίοι δεν γράφουν στην Ελληνιστική Κοινή της εποχής τους,. αλλά επιστρέφουν στη γλώσσα των συγγραφέων της Κλασσικής εποχής. Και τούτο, διότι πιστεύουν στην ανωτερότητα της Αττικής και διότι θεωρούν την κοινή και παγκόσμια γλώσσα της εποχής τους προϊόν άγνοιας και ξεπεσμού. Το κίνημα αυτό ονομάστηκε Αττικισμός. Οι Αττικιστές μιμούνται συνειδητά τη γραμματική και σύνταξη της Αττικής διαλέκτου, χωρίς πάντα να πετυχαίνουν το σκοπό τους. Φυσικά, ο λαός δεν ακολούθησε αλλά εξακολούθησε να μιλά και να γράφει τη γλώσσα της εποχής. Όμως οι Αττικιστές έκαναν μια σοβαρή ζημιά που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πληρώσαμε κι εμείς οι νεοέλληνες: από την εποχή αυτή εγκαινιάζεται μια διγλωσσία ή, έστω, διμορφία της Ελληνικής γλώσσας. Από τη μια πλευρά ο γραπτός, επίσημος και παραδοσιακός λόγος, από την άλλη ο προφορικός, καθημερινός, επικοινωνιακός λόγος.

Αυτή η διγλωσσία - διμορφία επέβαλε 12 αιώνες γλωσσικού διχασμού. Καθώς πλέον διανύουμε τους πρώτους αιώνες ζωής του Μεσαιωνικού Ελληνισμού, η Κωνσταντινούπολη, ως έδρα της νέας αυτοκρατορίας, χαράσσει και τη γλωσσική πολιτική, η οποία συνίσταται στην τήρηση της παράδοσης στο γραπτό λόγο, όπως διαμορφώθηκε από τους Αττικιστές και επικυρώθηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας τον 4ον αι. μ. Χ. Αυτή η γλώσσα - πρότυπο θα ακολουθηθεί από τους περισσότερους συγγραφείς του έθνους και κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Όπως είπαμε, βέβαια, στο Βυζαντινό κόσμο συνεχίζεται η εξέλιξη της απλής Κοινής στην ομιλούμενη γλώσσα, η δημώδης βυζαντινή, η οποία είχε δεχτεί εντωμεταξύ και πλήθος λατινικές λέξεις, προϊόν της Ρωμαϊκής κατάκτησης. Αυτή την ομιλούμενη λαϊκή γλώσσα τη συναντούμε σε λίγα γραπτά κείμενα στους πρώτους αιώνες του Βυζαντίου (6ος -11ος αι.) έχουμε πληροφορίες από περισσότερα γραπτά κείμενα, όπως π.χ. το επικό ποίημα του Διγενή Ακρίτα ή τα σατυρικά Πτωχοπροδρομικά. Σ' αυτά τα χρόνια καλλιεργείται συστηματικά πια η ζωντανή γλώσσα που γράφεται δίχως προσποίηση, έτσι που σε μερικά κείμενα να βρίσκουμε τη Νεοελληνική σχεδόν με τη σημερινή της μορφή. Όπως γράφει ο Μ. Vitti στην ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας: «Στη ομιλούμενη γλώσσα, που αγνοεί τις απαγορεύσεις που αξίωνε ο κάθε είδους κλασσικισμός και δεν φοβάται να παραβεί τους επίσημους κανόνες, ενσαρκώνεται η λαχτάρα να εκφραστεί με μεγαλύτερη συνέπεια η νέα κοινωνική πραγματικότητα του Ελληνισμού του Βυζαντίου».

Από τα τέλη της Βυζαντινής εποχής αρχίζουν να γεννιούνται και τα Νεοελληνικά ιδιώματα και διάλεκτοι, όταν αποσπώνται από το Κράτος ελληνόφωνες επαρχίες (Ν. Ιταλία, Καππαδοκία, Πόντος, Κύπρος κ.ά.), ιδίως μετά τη Δ' Σταυροφορία. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας τα ιδιώματα διαφοροποιούνται, ακόμη περισσότερο, λόγω έλλειψης επικοινωνίας των ελληνικών πληθυσμών και της απουσίας παιδείας.

Αυτά τα ιδιώματα αρχίζουν να υποχωρούν μπροστά στη διαμορφούμενη Κοινή Νεοελληνική, που οριστικοποιεί τη μορφή της γύρω στα τέλη του 19ου αι. υπό την επίδραση της γλώσσας των αστικών κέντρων και της λογοτεχνίας. Το λεξιλόγιο της απαρτίζεται στο μεγάλο της όγκο από αρχαίες ελληνικές λέξεις και στο οποίο παρεισέφρυαν κατά εποχές λέξεις Λατινικές, Ιταλικές, Τουρκικές, ελάχιστες σλαβικές Αρβανίτικες, βλάχικες. Εισάγονται πολλές λόγιες λέξεις και νέοι επιστημονικοί όροι• παράλληλα, από την πολλαπλή επικοινωνία με τη Δυτική Ευρώπη, πολιτογραφείται ένα νέο στρώμα από ξένες λέξεις του σύγχρονου υλικού και πνευματικού πολιτισμού.

Εν κατακλείδι, η εξέλιξη της Ε.Γ. στάθηκε συντηρητική στις αλλαγές της. Διατηρεί στη σημερινή της μορφή πολλά στοιχεία της Αρχαίας Ελληνικής, ακόμη και της Μυκηναϊκής αλλά και πανάρχαιας, Ινδοευρωπαϊκής, απαράλλαχτα ή όμοια με τα αρχαία και φωνητικά και κλιτικά και λεξιλογικά. Είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της συνέχειας μας και της συνοχής μας. Μιας συνοχής που δεν είναι ευσεβής πόθος ή κούφιο ηχηρό σύνθημα αλλά ζώσα πραγματικότητα. Νομίζουμε ότι καθένας θα συμφωνούσε με το Σεφέρη «Για κυτάξτε πόσο θαυμάσιο πράγμα είναι να λογαριάζει κανείς πως, από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδάμε με την ίδια γλώσσα. Κι αυτό δε σταμάτησε ποτέ, είτε σκεφτούμε την Κλυταιμνήστρα που μιλά στον Αγαμέμνονα, είτε την Καινή Διαθήκη, είτε τους ύμνους του Ρωμανού και τον Διγενή Ακρίτα είτε τον Ερωτόκριτο είτε το Δημοτικό τραγούδι!».

Δεν της αξίζει, λοιπόν, καλύτερη τύχη και μεταχείριση;

 

Ενδιαφέροντα Θέματα

Η Τριμηνιαία Έκδοση

Άρθρα
Λογοτεχνήματα
Χρονογραφήματα
Γυμνασιάρχες-Λυκειάρχες
Καθηγητές
Αφιερώματα
 

Σύλλογος Αποφοίτων Ε΄Γυμνασίου Αρρένων Πειραιώς "Ο ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ"

Λεωσθένους 21-23, 185 36 ΠΕΙΡΑΙΑΣ.

Τηλέφωνο: 210-4286210

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο: damker@sch.gr

Webmaster: Δ.Α.Δαμιανόπουλος